Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἐπέλευσις ἐπελεύσει ἐπελεύσεις
Γενική ἐπελεύσεως ἐπελευσέοιν ἐπελεύσεων
Δοτική ἐπελεύσει ἐπελευσέοιν ἐπελεύσεσι(ν)
Αιτιατική ἐπέλευσιν ἐπελεύσει ἐπελεύσεις
Κλητική ἐπέλευσι ἐπελεύσει ἐπελεύσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐπέλευσις < (ἐπί) ἐπ- + ἔλευσις < ἐπελεύσομαι, μέλλοντας του ἐπέρχομαι
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: επέλευση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἐπέλευσις θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

  1. η άφιξη
  2. τυχαία παρόρμηση
  3. (2ος, 3ος αιώνας, νομικός όρος) δίωξη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία