Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἐξοικείωσις θηλυκό

(καθαρεύουσα)δείτε τη λέξη εξοικείωση



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐξοικείωσις < ἐξοικειόω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἐξοικείωσις θηλυκό