Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἐντερόμφαλον ἐντερομφάλω ἐντερόμφαλα
Γενική ἐντερομφάλου ἐντερομφάλοιν ἐντερομφάλων
Δοτική ἐντερομφάλ ἐντερομφάλοιν ἐντερομφάλοις
Αιτιατική ἐντερόμφαλον ἐντερομφάλω ἐντερόμφαλα
Κλητική ἐντερόμφαλον ἐντερομφάλω ἐντερόμφαλα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐντερόμφαλον < ἐντερ- + ὀμφαλ(ός) + -ον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἐντερόμφαλον ουδέτερο (ελληνιστική κοινή)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία