Δείτε επίσης: Ἀσταφίς
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀσταφίς αἱ ἀσταφίδες
      γενική τῆς ἀσταφίδος τῶν ἀσταφίδων
      δοτική τῇ ἀσταφίδ ταῖς ἀσταφίσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν ἀσταφίδ τὰς ἀσταφίδᾰς
     κλητική ! ἀσταφίς* ἀσταφίδες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀσταφίδε
γεν-δοτ τοῖν  ἀσταφίδοιν
Με βραχύ γιώτα στο θέμα -ίς -ίδος.
* Κατά τη Γραμματική του Smyth, η κλητική ενικού χωρίς το
3η κλίση, Κατηγορία 'πατρίς' όπως «πατρίς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ἀσταφίς < ἀ- ευφωνικό + σταφίς

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

ἀσταφίς, -ίδος θηλυκό

  • (περιληπτικό) αποξηραμένα σταφύλια, σταφίδες
    5ος πκε αιώνας   Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 2 (Εὐτέρπη), 40.3
    ταῦτα δὲ ποιήσαντες τὸ ἄλλο σῶμα τοῦ βοὸς πιμπλᾶσι ἄρτων καθαρῶν καὶ μέλιτος καὶ ἀσταφίδος καὶ σύκων καὶ λιβανωτοῦ καὶ σμύρνης καὶ τῶν ἄλλων θυωμάτων, πλήσαντες δὲ τούτων καταγίζουσι, ἔλαιον ἄφθονον καταχέοντες.
    Αφού γίνουν όλα αυτά, γεμίζουν το υπόλοιπο σώμα του ταύρου με αγνό ψωμί, μέλι, σταφίδες, σύκα, λιβάνι, σμύρνα και άλλα αρώματα, και αφού το γεμίσουν με όλα αυτά τα πράγματα, το καίνε ραντίζοντάς το με άφθονο λάδι.
    Μετάφραση (1992): Λεωνίδας Ζενάκος Αθήνα:Γκοβόστης @greek‑language.gr
    ※  5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Κύρου Ἀνάβασις, 4, 4.9
    ἐνταῦθα εἶχον τὰ ἐπιτήδεια ὅσα ἐστὶν ἀγαθά, ἱερεῖα, σῖτον, οἴνους παλαιοὺς εὐώδεις, ἀσταφίδας, ὄσπρια παντοδαπά.
    Εδώ είχαν όλα τα καλά που υπάρχουν, δηλαδή ζώα για σφάξιμο, σιτάρια, κρασιά παλιά και μυρωδάτα, σταφίδες και όσπρια κάθε λογής.
    Μετάφραση (1981): Γεώργιος Δ. Ζευγώλης. Αθήνα:ΟΕΔΒ @greek‑language.gr

Άλλες μορφές

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία