Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ᾰκωκα-
ονομαστική ἀκωκή αἱ ἀκωκαί
      γενική τῆς ἀκωκῆς τῶν ἀκωκῶν
      δοτική τῇ ἀκωκ ταῖς ἀκωκαῖς
    αιτιατική τὴν ἀκωκήν τὰς ἀκωκᾱ́ς
     κλητική ! ἀκωκή ἀκωκαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀκωκᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  ἀκωκαῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀκωκή < ἀκή • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἀκωκή (ᾰ) θηλυκό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία