ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δε μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ἀβουλῶν ἀβουλοῦσ τὸ ἀβουλοῦν
      γενική τοῦ ἀβουλοῦντος τῆς ἀβουλούσης τοῦ ἀβουλοῦντος
      δοτική τῷ ἀβουλοῦντ τῇ ἀβουλούσ τῷ ἀβουλοῦντ
    αιτιατική τὸν ἀβουλοῦντ τὴν ἀβουλοῦσᾰν τὸ ἀβουλοῦν
     κλητική ! ἀβουλῶν ἀβουλοῦσ ἀβουλοῦν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ἀβουλοῦντες αἱ ἀβουλοῦσαι τὰ ἀβουλοῦντ
      γενική τῶν ἀβουλούντων τῶν ἀβουλουσῶν τῶν ἀβουλούντων
      δοτική τοῖς ἀβουλοῦσῐ(ν) ταῖς ἀβουλούσαις τοῖς ἀβουλοῦσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς ἀβουλοῦντᾰς τὰς ἀβουλούσᾱς τὰ ἀβουλοῦντ
     κλητική ! ἀβουλοῦντες ἀβουλοῦσαι ἀβουλοῦντ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἀβουλοῦντε τὼ ἀβουλούσ τὼ ἀβουλοῦντε
      γεν-δοτ τοῖν ἀβουλούντοιν τοῖν ἀβουλούσαιν τοῖν ἀβουλούντοιν
3η&1η κλίση, Κατηγορία 'ποιῶν' όπως «ποιῶν» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ἀβουλῶν (ελληνιστική κοινή): μετοχή για την αρχαία ελληνική ἀβουλῶ → δείτε τη λέξη ἀβουλέω

ἀβουλῶν, -οῦσα, -οῦν (ελληνιστική κοινή)