Δείτε επίσης: ψυχομαχῶ

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψυχομαχώ < ελληνιστική κοινή ψυχομαχέω / ψυχομαχῶ (αγωνίζομαι μέχρις εσχάτων) < αρχαία ελληνική ψυχή + μάχη

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /psi.xɔ.ma'xɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

ψυχομαχώ, πρτ.: ψυχομαχούσα, αόρ.: , στον ενεστώτα και παρατατικό, χωρίς παθητική φωνή

  1. χαροπαλεύω, αφήνω την τελευταία μου πνοή, δίνω μάχη να σώσω την ψυχή μου (με την έννοια του να ζήσω), ψυχορραγώ, ξεψυχώ, παραδίδω το πνεύμα, πνέω τα λοίσθια
    ※  Πέθαινε, λέει, ψυχομαχούσε, κι άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο Χάρος. (Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού)
  2. (μεταφορικά) είμαι πολύ άρρωστος, σαν να πεθαίνω, αλλά χρησιμοποιώ τον όρο με υπερβολή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία