Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χυδαιότητα οι χυδαιότητες
      γενική της χυδαιότητας των χυδαιοτήτων
    αιτιατική τη χυδαιότητα τις χυδαιότητες
     κλητική χυδαιότητα χυδαιότητες
Κατηγορία όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χυδαιότητα < ελληνιστική κοινή χυδαιότης (από αιτιατική -τητα)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /çi.ðeˈo.ti.ta/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χυδαιότητα θηλυκό

  1. η ιδιότητα του χυδαίου
  2. (γενικά, ιδίως στον πληθυντικό) χυδαία συμπεριφορά ή λόγια
    μα τι 'χυδαιότητες είναι αυτές! Η συζήτηση πρέπει να γίνεται με κόσμιο τρόπο.

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία