Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χρωματόσωμα τα χρωματοσώματα
      γενική του χρωματοσώματος των χρωματοσωμάτων
    αιτιατική το χρωματόσωμα τα χρωματοσώματα
     κλητική χρωματόσωμα χρωματοσώματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρωματόσωμα < χρώμα + σώμα (νεολογισμός)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χρωματόσωμα ουδέτερο και χρωμόσωμα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία