Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο χρωματοπώλης οι χρωματοπώλες
      γενική του χρωματοπώλη των χρωματοπωλών
    αιτιατική τον χρωματοπώλη τους χρωματοπώλες
     κλητική χρωματοπώλη χρωματοπώλες
όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρωματοπώλης < χρώματ(ος) + -ο- + -πώλης • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χρωματοπώλης αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία