Τουρκικά (tr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

boyacı < (κληρονομημένο) οθωμανική τουρκική بویاجی (μπογιατζής) < πρωτοτουρκική *bodogčɨ < πρωτοτουρκική *bodog (βαφή). Συγχρονικά αναλύεται σε boya (μπογιά) + -cı

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

boyacı (tr)

ΚλίσηΕπεξεργασία