Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική χρηματοπιστωτικός χρηματοπιστωτική χρηματοπιστωτικό
γενική χρηματοπιστωτικού χρηματοπιστωτικής χρηματοπιστωτικού
αιτιατική χρηματοπιστωτικό χρηματοπιστωτική χρηματοπιστωτικό
κλητική χρηματοπιστωτικέ χρηματοπιστωτική χρηματοπιστωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χρηματοπιστωτικοί χρηματοπιστωτικές χρηματοπιστωτικά
γενική χρηματοπιστωτικών χρηματοπιστωτικών χρηματοπιστωτικών
αιτιατική χρηματοπιστωτικούς χρηματοπιστωτικές χρηματοπιστωτικά
κλητική χρηματοπιστωτικοί χρηματοπιστωτικές χρηματοπιστωτικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρηματοπιστωτικός < χρήμα + πιστωτικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χρηματοπιστωτικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται στη μεταφορά χρήματος από επενδυτές και αποταμιευτές προς δανειζομένους, πολύ συχνά με τη μεσολάβηση οργανισμών όπως είναι οι τράπεζες

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία