Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική ο χρηματισμός οι χρηματισμοί
γενική του χρηματισμού των χρηματισμών
αιτιατική τον χρηματισμό τους χρηματισμούς
κλητική χρηματισμέ χρηματισμοί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρηματισμός < αρχαία ελληνική χρηματισμός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χρηματισμός αρσενικό

  1. η δωροδοκία, η εξαγορά


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρηματισμός < χρηματίζω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χρηματισμός αρσενικό

  1. το να κάνεις κάτι για να κερδίσεις, η απόκτηση χρημάτων, η εργασία, το επάγγελμα,
    • τοὺς χρηματισμοὺς τοὺς παρὰ τὸ δίκαιον γιγνομένους ἡγεῖσθε μὴ πλοῦτον ἀλλὰ... (Ισοκράτης)
    • ἐν δὲ τῇ Σπάρτῃ ὁ Λυκοῦργος τοῖς μὲν ἐλευθέροις τῶν μὲν ἀμφὶ χρηματισμὸν ἀπεῖπε μηδενὸς ἅπτεσθαι, ὅσα δὲ ἐλευθερίαν ταῖς πόλεσι παρασκευάζει, ταῦτα ἔταξε μόνα ἔργα αὑτῶν νομίζειν (Ξενοφ.)
  2. η υποδοχή πρεσβείας (μεταγενέστερη έννοια)