Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική χειροτεχνικός χειροτεχνική χειροτεχνικό
γενική χειροτεχνικού χειροτεχνικής χειροτεχνικού
αιτιατική χειροτεχνικό χειροτεχνική χειροτεχνικό
κλητική χειροτεχνικέ χειροτεχνική χειροτεχνικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χειροτεχνικοί χειροτεχνικές χειροτεχνικά
γενική χειροτεχνικών χειροτεχνικών χειροτεχνικών
αιτιατική χειροτεχνικούς χειροτεχνικές χειροτεχνικά
κλητική χειροτεχνικοί χειροτεχνικές χειροτεχνικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χειροτεχνικός < ελληνιστική κοινή ο επιδέξιος < αρχαία ελληνική χειροτεχνικός,ή,όν, σχετικός με χειρώνακτες < χειροτέχνης

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χειροτεχνικός

  1. σχετικός με τη χειροτεχνία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία