Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χειροκρότηση < χειροκροτώ
Η λέξη μαρτυρείται από το 1816

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χειροκρότηση θηλυκό

θερμή χειροκρότηση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία