Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φουρνάρισσα οι φουρνάρισσες
      γενική της φουρνάρισσας των φουρναρισσών
    αιτιατική τη φουρνάρισσα τις φουρνάρισσες
     κλητική φουρνάρισσα φουρνάρισσες
όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φουρνάρισσα < φούρναρης + κατάληξη θηλυκού -ισσα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φουρνάρισσα θηλυκό

  1. αυτή που έχει αρτοποιείο
  2. η γυναίκα του φούρναρη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία