Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φορομπήχτης < φόρος + μπήγω < μπήγνω < αρχαία ελληνική ἐμπήγνυμι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φορομπήχτης αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία