Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο φορμαρισμένος η φορμαρισμένη το φορμαρισμένο
      γενική του φορμαρισμένου της φορμαρισμένης του φορμαρισμένου
    αιτιατική τον φορμαρισμένο τη φορμαρισμένη το φορμαρισμένο
     κλητική φορμαρισμένε φορμαρισμένη φορμαρισμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι φορμαρισμένοι οι φορμαρισμένες τα φορμαρισμένα
      γενική των φορμαρισμένων των φορμαρισμένων των φορμαρισμένων
    αιτιατική τους φορμαρισμένους τις φορμαρισμένες τα φορμαρισμένα
     κλητική φορμαρισμένοι φορμαρισμένες φορμαρισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία επεξεργασία

φορμαρισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος φορμάρω

  Μετοχή επεξεργασία

φορμαρισμένος

  1. αυτός που έχει φορμαριστεί, που έχει πάρει τη φόρμα που επιδίωκε ο ίδιος ή κάποιος άλλος
  2. φορμαρισμένα μαλλιά
  3. ο αθλητής που με εξάσκηση, σωστή διατροφή ή για άλλους λόγους που του προσφέρουν καλή φυσική κατάσταση, είναι έτοιμος για καλές επιδόσεις, είναι σε φόρμα (σε καλή φόρμα)
    Σήμερα ήταν πολύ φορμαρισμένος, όλη η ομάδα στηρίχτηκε επάνω του

Αντώνυμα επεξεργασία

  Μεταφράσεις επεξεργασία