Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φολίς < αρχαία ελληνική φολίς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φολίς θηλυκό


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική φολίς φολίδε φολίδες
Γενική φολίδος φολίδοιν φολίδων
Δοτική φολίδι φολίδοιν φολίσι(ν)
Αιτιατική φολίδα φολίδε φολίδας
Κλητική φολίς φολίδε φολίδες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φολίς < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φολίς θηλυκό

  1. φολίδα
  2. στίγμα στην επιφάνεια του δέρματος μιας λεοπάρδαλης ή ενός πάνθηρα
  3. (κατ' επέκταση) κάθε στίγμα
  4. (ιατρική) επίδεσμος
  5. είδος διακόσμησης