Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φαγοκύτταρο φαγοκύτταρα
γενική φαγοκυττάρου
& φαγοκύτταρου
φαγοκυττάρων
& φαγοκύτταρων
αιτιατική φαγοκύτταρο φαγοκύτταρα
κλητική φαγοκύτταρο φαγοκύτταρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φαγοκύτταρο < φαγ- (<ἔφαγον) + κύτταρο < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική phagocyte < ἔφαγον + κύτος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φαγοκύτταρο ουδέτερο

  • το λευκοκύτταρο που έχει ως βασική λειτουργία να αφομοιώνει μικρόβια και να τα καταστρέφει τρόπον τινά τρώγοντάς τα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  • φαγοκύτες




  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία