Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φέρασπις < φέρω και ἀσπίς

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φέρασπις

  1. που φέρει ασπίδες, τις φέρνει μαζί του καθώς έρχεται
    ἔγχη σταδαῖα καὶ φεράσπιδες' σαγαί (για την περσική επίθεση)