Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το υπερβιβλίο τα υπερβιβλία
      γενική του υπερβιβλίου των υπερβιβλίων
    αιτιατική το υπερβιβλίο τα υπερβιβλία
     κλητική υπερβιβλίο υπερβιβλία
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπερβιβλίο < υπερ- + βιβλίο, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική hyperbook

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.peɾ.viˈvli.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: υ‐περ‐βι‐βλί‐ο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υπερβιβλίο ουδέτερο

  • (νεολογισμός, τεχνολογία) βιβλίο σε μορφή υπερμέσου
    ※ Έτσι, σε απάντηση στο ηλεκτρονικό βιβλίο, που μπήκε δυναμικά στην αγορά, και πριν καλά καλά προλάβουν οι καταναλωτές να καταλάβουν περί τίνος πρόκειται, οι εκδότες προτείνουν τώρα το υπερβιβλίο (hyperbook), ένα είδος υβριδίου μεταξύ έντυπου και ηλεκτρονικού βιβλίου, καθώς δεν καταργεί το χαρτί αλλά ενσωματώνει στην έντυπη μορφή στοιχεία πολυμέσων, όπως ήχους, εικόνες, βίντεο, υπερδεσμούς. (Σπύρος Μανουσέλης, Από το υπερκείμενο στο υπερβιβλίο, Ελευθεροτυπία, 19 Σεπτεμβρίου 2009)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Δελτίο Επιστημονικής Ορολογίας και Νεολογισμών. Ακαδημία Αθηνών. Τεύχος 11, έτος 2012, ISSN: 1106‑8027. Διαθέσιμο pdf στο repository.academyofathens.gr