Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υπεκφυγή οι υπεκφυγές
      γενική της υπεκφυγής των υπεκφυγών
    αιτιατική την υπεκφυγή τις υπεκφυγές
     κλητική υπεκφυγή υπεκφυγές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπεκφυγή < υπεκφεύγω +

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υπεκφυγή θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία