Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο υπέρτυπος οι υπέρτυποι
      γενική του υπέρτυπου των υπέρτυπων
    αιτιατική τον υπέρτυπο τους υπέρτυπους
     κλητική υπέρτυπε υπέρτυποι
Κατηγορία όπως «αντίλαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία elΕπεξεργασία

υπέρτυπος < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική supertype < λατινική super- (υπέρ-) + λατινική typus < αρχαία ελληνική τύπος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υπέρτυπος αρσενικό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία