Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική υδρονομικός υδρονομική υδρονομικό
γενική υδρονομικού υδρονομικής υδρονομικού
αιτιατική υδρονομικό υδρονομική υδρονομικό
κλητική υδρονομικέ υδρονομική υδρονομικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υδρονομικοί υδρονομικές υδρονομικά
γενική υδρονομικών υδρονομικών υδρονομικών
αιτιατική υδρονομικούς υδρονομικές υδρονομικά
κλητική υδρονομικοί υδρονομικές υδρονομικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

υδρονομικός < υδρονομή + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υδρονομικός

  1. σχετικός με την υδρονομή, τη διανομή του νερού
    Καταργούνται αι υπηρεσίαι υδρεύσεως του Δήμου Θεσσαλονίκης και των Κοινοτήτων των υπαγομένων εις την τέως Δημοτικήν περιφέρειαν Θεσ/νίκης αφ’ ης αναληφθή η διοίκησις και διαχείρισις των πηγών, υδραγωγείων και υδρονομικών δικτύων, υπό του Ταμείου και άρξηται η λειτουργία αυτού. (Άρθρ.7.1 του Αναγκαστικού Νόμου 1563/1939, ΦΕΚ Α΄15)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία