Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υδρογέλη οι υδρογέλες
      γενική της υδρογέλης των υδρογελών
    αιτιατική την υδρογέλη τις υδρογέλες
     κλητική υδρογέλη υδρογέλες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υδρογέλη < υδρο- + γέλη ((μεταφραστικό δάνειο) (αγγλικά) hydrogel)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υδρογέλη θηλυκό

  • διάφορα είδη κολλώδους ημίρρευστης ουσίας, που χρησιμοποιούνται στην ιατρική, τη βιομηχανία κ.α.
    Με απλά λόγια, ο γιατρός θα μπορεί να τοποθετεί την υδρογέλη εμπλουτισμένη με βλαστικά κύτταρα του ασθενούς στα σημεία του οστού όπου υπάρχει κάταγμα και χάρη στη σχεδόν υγρή μορφή της θα έχει τη δυνατότητα να σχηματίσει ένα “καλούπι” επάνω στο οποίο θα αναπτυχθεί ο οστίτης ιστός. (*)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία