Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τσίμπλιασμα τα τσιμπλιάσματα
      γενική του τσιμπλιάσματος των τσιμπλιασμάτων
    αιτιατική το τσίμπλιασμα τα τσιμπλιάσματα
     κλητική τσίμπλιασμα τσιμπλιάσματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τσίμπλιασμα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τσίμπλιασμα ουδέτερο

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία