Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τσίμπλα οι τσίμπλες
      γενική της τσίμπλας των (τσιμπλών)
    αιτιατική την τσίμπλα τις τσίμπλες
     κλητική τσίμπλα τσίμπλες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τσίμπλα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τσίμπλα θηλυκό

  1. λιπώδης έκκριση στην άκρη του ματιού, η οποία μπορεί να έχει στερεοποιηθεί με αποτέλεσμα, πολλές φορές, να μην μπορεί κάποιος να ανοίξει το μάτι, αν δεν την αφαιρέσει

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία