Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

τσίμπλες θηλυκό

  1. τσίμπλα, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού