Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

τριχόπτωση < τρίχα + πτώση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τριχόπτωση θηλυκό

  1. η οριστική πτώση της τρίχας από το σώμα. Συνήθως εννοείται η δημιουργία της φαλάκρας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία