Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρισμακάριστος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τρισμακάριστος, -η, -ο

  1. πάρα πολύ ευτυχισμένος, που τον μακαρίζουν πολύ


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία