Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική ο τρελογιατρός οι τρελογιατροί
γενική του τρελογιατρού των τρελογιατρών
αιτιατική τον τρελογιατρό τους τρελογιατρούς
κλητική τρελογιατρέ τρελογιατροί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρελογιατρός < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τρελογιατρός αρσενικό ή θηλυκό, (ανεπίσημο) (θηλυκό τρελογιατρίνα)

  1. ψυχίατρος ή ψυχολόγος
  2. (σπάνιο) ιδιόρρυθμος γιατρός


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία