Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

shrink (en)

  1. (μεταβατικό) συρρικνώνω
  2. (αμετάβατο) συρρικνώνομαι
  3. προσπαθώ να αποφύγω μια δουλειά