Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρελο- < τρελός


  ΠρόθημαΕπεξεργασία

τρελο- ή τρελό-

α΄ συνθετικό λέξεων που δηλώνει:
  1. τον τρελό, αυτόν που έχει ψυχονευρωτική αστάθεια, και ό,τι σχετίζεται με αυτόν
  2. τον απρόβλεπτο
  3. κάτι που χαρακτηρίζεται από υπερβολή και παραλογισμό

ΣύνθεταΕπεξεργασία