Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρελοπαρέα < σύνθετη λέξη < τρελός + παρέα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τρελοπαρέα θηλυκό

  1. ανέμελη παρέα ανθρώπων που διασκεδάζουν και χαίρονται, κάνοντας συχνά και "τρέλες"


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία