Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τρελόπαιδο τα τρελόπαιδα
      γενική του τρελόπαιδου των τρελόπαιδων
    αιτιατική το τρελόπαιδο τα τρελόπαιδα
     κλητική τρελόπαιδο τρελόπαιδα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρελόπαιδο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τρελόπαιδο ουδέτερο

  1. ζωηρό και άτακτο παιδί
  2. (ειδικότερα) ζωηρό και άτακτο αγόρι

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία