Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τρελοκόριτσο τα τρελοκόριτσα
      γενική του τρελοκόριτσου των τρελοκόριτσων
    αιτιατική το τρελοκόριτσο τα τρελοκόριτσα
     κλητική τρελοκόριτσο τρελοκόριτσα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρελοκόριτσο < τρελο- + κορίτσι + -ο (ουδέτερο)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τρελοκόριτσο ουδέτερο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία