Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική τραπέζιον τραπεζίω τραπέζια
Γενική τραπεζίου τραπεζίοιν τραπεζίων
Δοτική τραπεζί τραπεζίοιν τραπεζίοις
Αιτιατική τραπέζιον τραπεζίω τραπέζια
Κλητική τραπέζιον τραπεζίω τραπέζια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τραπέζιον: υποκοριστικό του τράπεζα < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kʷtur-ped-ih₂- (που έχει τέσσερα πόδια)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τραπέζιον ουδέτερο

  1. υποκοριστικό του τράπεζα, τραπεζάκι
  2. (οικονομία) το τραπέζι πάνω στο οποίο ο αργυραμοιβός συναλλάσσεται
  3. (μαθηματικά) τραπέζιο