Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τραγουδιστικός η τραγουδιστική το τραγουδιστικό
      γενική του τραγουδιστικού της τραγουδιστικής του τραγουδιστικού
    αιτιατική τον τραγουδιστικό την τραγουδιστική το τραγουδιστικό
     κλητική τραγουδιστικέ τραγουδιστική τραγουδιστικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τραγουδιστικοί οι τραγουδιστικές τα τραγουδιστικά
      γενική των τραγουδιστικών των τραγουδιστικών των τραγουδιστικών
    αιτιατική τους τραγουδιστικούς τις τραγουδιστικές τα τραγουδιστικά
     κλητική τραγουδιστικοί τραγουδιστικές τραγουδιστικά
όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τραγουδιστικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τραγουδιστικός


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία