Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική τετράμετρος τετράμετρη τετράμετρο
γενική τετράμετρου τετράμετρης τετράμετρου
αιτιατική τετράμετρο τετράμετρη τετράμετρο
κλητική τετράμετρε τετράμετρη τετράμετρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τετράμετροι τετράμετρες τετράμετρα
γενική τετράμετρων τετράμετρων τετράμετρων
αιτιατική τετράμετρους τετράμετρες τετράμετρα
κλητική τετράμετροι τετράμετρες τετράμετρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τετράμετρος < τετρα- + μέτρο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τετράμετρος, -η, -ο, το ουδέτερο φέρεται ουσιαστικοποιημένο όταν αναφέρεται σε μετρική

  1. αυτός που έχει διάσταση τεσσάρων μέτρων.
  2. μετρικό όργανο ή μετρική ταινία μέτρησης μέχρι τεσσάρων μέτρων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία