Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τετράθυρος < τετρα- + θύρα

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τετράθυρος, -η, -ο

  1. αυτός/η/ο που φέρει τέσσερις θύρες

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία