Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ταραντουλισμός οι ταραντουλισμοί
      γενική του ταραντουλισμού των ταραντουλισμών
    αιτιατική τον ταραντουλισμό τους ταραντουλισμούς
     κλητική ταραντουλισμέ ταραντουλισμοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ταραντουλισμός < ταραντούλ(α) + -ισμός (από την ιταλική, μέσω ίσως της γαλλικής ή αγγλικής γλώσσας)(Χρειάζεται τεκμηρίωση…)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ταραντουλισμός αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία