Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τέλειωμα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τέλειωμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τελειώνω
  2. (στον πληθυντικό) → δείτε τη λέξη: τελειώματα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία