Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική σῦκον σύκω σῦκα
Γενική σύκου σύκοιν σύκων
Δοτική σύκ σύκοιν σύκοις
Αιτιατική σῦκον σύκω σῦκα
Κλητική σῦκον σύκω σῦκα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σῦκον < κοινή λέξη των μεσογειακών χωρών *tʰuōiḱo / *tʰū(i)ḱo (συγγενές με την λατινικά ficus)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σῦκον ουδέτερο

  1. σύκο
  2. (ιατρική) σάρκωμα στα βλέφαρα ή άλλα σημεία του σώματος
  3. (ιατρική) αιμορροΐδες
  4. (μεταφορικά) αιδοίο
  5. σῦκον Αἰγύπτιον: χαρούπι

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία