Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αιμορροΐδα αιμορροΐδες
γενική αιμορροΐδας αιμορροΐδων
αιτιατική αιμορροΐδα αιμορροΐδες
κλητική αιμορροΐδα αιμορροΐδες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αιμορροΐδα < αρχαία ελληνική αἱμορροΐς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αιμορροΐδα θηλυκό

  1. εξόγκωμα στην περιοχή του δακτυλίου του πρωκτού που σχηματίζεται από διόγκωση των φλεβών της περιοχής, προκαλεί κνησμό και άλλες ενοχλήσεις και συχνά παρουσιάζει αιμορραγία

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία