Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

συντάξιμος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

συντάξιμος

  1. που αναφέρεται ή συσχετίζεται με τη σύνταξη, με την αποχώρηση από την αγορά εργασίας μετά από ορισμένη ηλικία
    συντάξιμος μισθός, συντάξιμη ηλικία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία