Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία elΕπεξεργασία

συνεπικρατών, -ούσα, -ον < συνεπικρατώ + -ων < συν- + επικρατώ (επικρατώ παράλληλα, μαζί με άλλον χωρίς να τον αποτρέπω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

/?/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

συνεπικρατών (el) αρσενικό, συνεπικρατούσα θηλυκό, συνεπικρατόν (γενετική)

  • για αλλία που εμφανίζονται φαινοτυπικά χωρίς να αποτρέπουν συγκεκριμένα ομόλογά τους

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

δημωδώς ή στην δημοτική ο συνεπικρατών λέγεται και συνεπικρατόντας με ο (όπως το εκλιπόντας) ενώ το επίρρημα είναι συνεπικρατώντας με ω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία