Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
μια συκομουριά
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συκομουριά συκομουριές
γενική συκομουριάς συκομουριών
αιτιατική συκομουριά συκομουριές
κλητική συκομουριά συκομουριές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συκομουριά < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συκομουριά θηλυκό

  • (βοτανική) δέντρο του γένους Fica (λατινικό όνομα του είδους: Ficus sycomorus) με καρδιοειδή φύλλα που μοιάζουν με αυτά της μουριάς· κατάγεται από τη Αφρική και παράγει καρπούς που μοιάζουν με σύκα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία