Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στριμωξίδι < στριμώχνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στριμωξίδι ουδέτερο

  • Το ταξί μου πέφτει ακριβό αλλά το στριμωξίδι και το σπρωξίδι στο λεωφορείο δεν είναι φτηνό -της διπλανής μου της βούτηξαν το πορτοφόλι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία