Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το στοίχημα τα στοιχήματα
      γενική του στοιχήματος των στοιχημάτων
    αιτιατική το στοίχημα τα στοιχήματα
     κλητική στοίχημα στοιχήματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στοίχημα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στοίχημα ουδέτερο

  1. ένα ρίσκο που παίρνει κάποιος αποβλέποντας σε κάποιο κέρδος


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία